Σύμη : το στολίδι των δωδεκανήσων (μερος δεύτερο)
11 Ιουλίου 2021
Πρέσπες: Βαρκάδα στην πλούσια ιστορία τους!!
12 Ιουλίου 2021

Πώς βγήκε η έκφραση είναι «από τζάκι»

Σήμερα ως ένδειξη καλής οικονομικής κατάστασεις θεωρείτε το να έχει κανείς πισίνα ιδιωτική και φυσικά να πληρώνει όσο του κόστισε η κατασκευή της πισίνας φόρο στο κράτος…

Το να έχει κάποιος στο σπίτι του τζάκι, ήταν από πάντα κάτι ξεχωριστό και συνεχίζει να είναι ξεχωριστό

αλλά μπορεί να έχει ο κάθε κοινός θνητός και ευτυχώς δεν πληρώνει φόρο γι’αυτό.

Έλα όμως που κάποτε το να έχεις τζάκι στο σπίτι ήταν ένδειξη πλούτου(βλέπε πισίνα) και πλήρωνες το τζάκι μάζι με το δάσος από τα ξύλα που έκαιγες..

Το αποτέλεσμα λοιπόν είναι ένα:

Στη διάρκεια της ιστορίας οι κατά καιρούς διοικήσεις βρίσκουν διάφορους δίκαιους και άδικους φόρους

να επιβάλλουν στους πολίτες ώστε να γεμίσουν τα συνήθως άδεια κρατικά ταμεία.

Εκτός από το εισόδημα συχνά καταφεύγουν στην επιβολή τεκμαρτών φόρων,

δηλαδή φόρων με βάση κάποια αντικειμενικά προκαθορισμένα κριτήρια, για τον πλούτο που διαθέτει κάποιος.

Το αναμμένο τζάκι, λοιπόν ήταν ένδειξη πλούτου.

Γράφει ο Καζαντζάκης στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»: …δίπλα από τους ανθρώπους που κρυώνουν και πεινούν <…> [είναι] άλλοι που τρων τον αβλέμονα, κι είναι πάντα αναμμένα τα τζάκια τους.

Στα βυζαντινά χρόνια ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α, (802-811 μ.Χ.), επανέφερε έναν παλαιότερο δασμό, το φόρο του καπνού.

Φυσικά, όχι του άγνωστου τότε στης Ευρώπη τσιγάρου, αλλά του καπνού που βγαίνει από τις καμινάδες.

Ο φόρος αναφερόταν στις κατοικίες ακτημόνων εκείνη την εποχή.

Αργότερα ο αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής (969–976 μ.Χ.) επέκτεινε το φόρο στις πόλεις και ανάλογα με τον αριθμό των καπνοδόχων, που είχε κάθε σπίτι.

Ο κάθε οικογενειάρχης φορολογείτο ανάλογα με τον αριθμό των τζακιών που είχε στο σπίτι του, αποτελούσαν τεκμήρια πλούτου. Ο φόρος ονομαζόταν «καπνικόν».

Κάπως έτσι προέκυψε η φράση είναι «από τζάκι», από ευκατάστατη δηλαδή οικογένεια.

Υπεύθυνος για τη συλλογή των φόρων ήταν ένας κρατικός υπάλληλος, εφοριακός της εποχής, που ονομαζόταν «καπνικάριος». Ένα τέτοιος υπάλληλος έχτισε την Εκκλησία της Παναγίας της Καπνικαρέας ή Καπνικαρέα, στην οδό Ερμού στο κέντρο της Αθήνας.

πηγή πληροφοριών : perierga.gr

Comments are closed.